Τετάρτη, 25 Μαΐου 2005

Εθνικός διάλογος για την παιδεία (μέρος Α)

Προτάσεις αναφορικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση πληροφορικής στα πλαίσια του εθνικού διαλόγου για την παιδεία που διοργάνωσε το Υπουργείο Παιδείας το 2005

Το πρόβλημα με την Πληροφορική στην Ελλάδα είναι ότι όσοι περισσότεροι ασχολούνται με αυτή τόσο πιο ανομοιόμορφο γίνεται το τοπίο και τόσο δυσκολότερη η οριοθέτηση κανόνων και πλαισίων. Αντίθετα λοιπόν με αυτό που θα περίμενε κανείς, η ολοένα και αυξανόμενη ενασχόληση με τον κλάδο, αντί να βοηθήσει στην πρόοδο και την ωρίμανση της Πληροφορικής, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, εδώ οδηγεί συνεχώς σε νέα προβλήματα και αδιέξοδα. Και όλα αυτά για έναν απλούστατο λόγο. Επειδή επιμένουμε πεισματικά να μη βάζουμε τάξη. Επειδή δε σκεφτόμαστε μακροπρόθεσμα αλλά το μόνο που μας νοιάζει είναι να δώσουμε εφήμερες λύσεις που θα ικανοποιούν βραχυπρόθεσμα συμφέροντα. Αν πραγματικά πιστεύουμε ότι η Πληροφορική αξίζει ένα καλύτερο παρόν και μέλλον, τότε πρέπει να δούμε τα πράγματα αντικειμενικά, και όσο και αν αυτό φαίνεται δύσκολο, να προτείνουμε λύσεις ριζοσπαστικές που θα θέσουν τις βάσεις μια για πάντα. Διαφορετικά, θα είμαστε εδώ κάθε χρόνο να συζητάμε τι φταίει και δεν πάμε μπροστά.
Τα προβλήματα που παρουσιάζει η Πληροφορική σήμερα είναι αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα. Μπορεί εμείς εδώ για πρακτικούς λόγους να τα παρουσιάζουμε ένα ένα σειριακά, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για ένα δίκτυο προβλημάτων και σφαλμάτων του παρελθόντος, που το κάθε ένα επηρεάζει και επηρεάζεται από τα υπόλοιπα. Μιλάμε επομένως για ένα πακέτο προτάσεων-λύσεων και μόνο. Κάθε τι άλλο θα ήταν απλώς λίγο.
Όπως στα περισσότερα πράγματα στη ζωή έτσι και στις επιστήμες είναι απαραίτητο να καλλιεργήσεις μια νοοτροπία. Αυτό ήταν και το πρώτο παιχνίδι που έχασε δυστυχώς η Πληροφορική. Δεν έκανε ποτέ σαφές στην κοινωνία τι θα πει Επιστήμη της Πληροφορικής. Για να γίνει ένας γιατρός ξέρουμε όλοι ότι πρέπει να σπουδάσει πολλά χρόνια σε Πανεπιστήμιο αποκλειστικά. Ξέρουμε όλοι ότι δε γίνεσαι γιατρός πηγαίνοντας σε ένα ΙΕΚ αλλά ούτε και σε ένα ΤΕΙ. Το ίδιο και για τη νομική, πρέπει να σπουδάσεις στο πανεπιστήμιο και μετά να εξειδικευτείς. Το ίδιο και για πολλές άλλες επιστήμες όπως η μηχανική, τα μαθηματικά, η φιλοσοφική, κοκ. Κανείς δε βγαίνει μαθηματικός από το Λύκειο, κανείς δε βγαίνει μηχανικός από το ΤΕΕ, κανείς δε βγαίνει φιλόσοφος από το ΙΕΚ. Όλοι πρέπει απαραίτητα να πάνε στο Πανεπιστήμιο, διότι αν η διαφορά βρισκόταν στη διάρκεια των σπουδών και μόνο τότε οποιοσδήποτε τελειώνε δύο 2ετή ΙΕΚ θα απαιτούσε να είναι ισότιμος με έναν απόφοιτο ΑΕΙ. Στην Πληροφορική όμως και για έναν ακατανόητο δυστυχώς λόγο, βγάζουμε πτυχιούχους σε όλες τις βαθμίδες, και με τον ίδιο ακριβώς τίτλο σπουδών. Είτε τελειώσεις το ΤΕΕ της γειτονιάς σου, είτε το ΙΕΚ της διπλανής γειτονιάς, είτε το ΤΕΙ, είτε το ΑΕΙ, θα λέγεσαι Πληροφορικός. Η Πληροφορική στην Ελλάδα είναι η μόνη επιστήμη σήμερα (ίσως και η Νοσηλευτική αλλά σε μικρότερο βαθμό) που παράγει χωρίς διάκριση τέτοια ποικιλία πτυχιούχων. Και ενώ κατά κοινή ομολογία η Πληροφορική είναι μία από τις πιο δύσκολες και πολυδιάστατες επιστήμες που μπορεί κανείς να σπουδάσει, παρά ταύτα την αντιμετωπίζουμε σαν να ήταν μία απλή δεξιότητα. Τη στιγμή μάλιστα που άλλα, πολύ απλούστερα αντικείμενα, και παρά το γεγονός ότι δε συνιστούν ούτε καν αυτόνομες επιστήμες, όχι μόνο διδάσκονται αποκλειστικά και μόνο σε ανώτατο επίπεδο, αλλά τυγχάνουν και της ευρύτερης κοινωνικής καταξίωσης και έχουν επιτυχημένα καλλιεργήσει μια θετική για αυτά νοοτροπία.
Είναι απαραίτητο επομένως να αναθεωρηθούν οι βαθμίδες και η μορφή της διδασκαλίας της Πληροφορικής ως επιστήμης και ως επάγγελμα. Είτε θα παράγουμε Πληροφορικούς αποκλειστικά και μόνο σε ανώτατες βαθμίδες, όπως κάνουν δηλαδή και όλα τα υπόλοιπα κύρια γνωστικά αντικείμενα, είτε οι απόφοιτοι στις κατώτερες βαθμίδες δε μπορούν να λέγονται, ή πολύ περισσότερο να είναι, Πληροφορικοί. Αν επιμένουμε (είτε σωστά είτε λανθασμένα) στη λογική ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να παράγουμε “Πληροφορικούς” σε όλες τις βαθμίδες – επειδή πιθανώς να έχουμε ανάγκη και από επαγγελματικό δυναμικό με στοιχειώδη εκπαίδευση και δεξιότητες σε ΤΠΕ – τότε θα πρέπει να τους αποδώσουμε και τον τίτλο που τους αρμόζει. Όπως τους απόφοιτους ενός ΤΕΕ/ΙΕΚ δεν τους ονομάζουμε Γιατρούς αλλά “Βοηθούς Ιατρικών Εργαστηρίων”, έτσι και τους αντίστοιχους αποφοίτους της Πληροφορικής θα πρέπει να τους αποδίδουμε τον τίτλο που πραγματικά τους αντιστοιχεί για το επίπεδο και το εύρος των σπουδών που αποκτούν (π.χ. “Τεχνικούς Επισκευής Υπολογιστών”, “Βοηθούς Εργαστηρίων Πληροφορικής”, κοκ.). Σε καμία περίπτωση όμως δε μπορούν να λέγονται Πληροφορικοί.
Αλλά αυτό δεν είναι δυστυχώς το μόνο σημείο που πρωτοπορεί η Πληροφορική στην Ελλάδα. Υπάρχει ακόμη ένα, και αυτή τη φορά δεν υπάρχει πραγματικά κανείς να τη συναγωνιστεί. Η Πληροφορική είναι η μόνη επιστήμη που έχει σε επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης τρεις διαφορετικές κατηγορίες πτυχιούχων. Είναι οι πτυχιούχοι ΤΕΙ, οι πτυχιούχοι ΑΕΙ και οι διπλωματούχοι ΑΕΙ. Όλες οι υπόλοιπες επιστήμες και μη, θα έχουν στην χειρότερη των περιπτώσεων το πολύ δύο κατηγορίες: είτε πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ όπως για παράδειγμα Νοσηλευτικής, Διοίκησης Επιχειρήσεων, κλπ., είτε, πολύ πιο σπάνια, πτυχιούχους και διπλωματούχους ΑΕΙ, για παράδειγμα Περιβάλλοντος. Στην Πληροφορική όμως τα έχουμε όλα! Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και το κρατούμενο από πριν ότι όλες οι κατηγορίες παράγουν πτυχιούχους με τον ίδιο τίτλο σπουδών, τότε είναι ολοφάνερο για ποιο λόγο έχουμε τόσα προβλήματα. Από τη μία σπουδάζουν σε διαφορετικού τύπου και διάρκειας ιδρύματα, και από την άλλη παίρνουν όλοι ένα ομώνυμο τίτλο ανώτατης εκπαίδευσης – ειδικά τώρα που τα ΤΕΙ έχουν ανωτατοποιηθεί. Είναι ολοφάνερο λοιπόν για ποιο λόγο η Πληροφορική ως κλάδος παραμένει απροσδιόριστος, δίχως ενιαίο επαγγελματικό φορέα και με παντελή απουσία επαγγελματικών δικαιωμάτων. Όσο καλοπροαίρετοι και ανοιχτόμυαλοι να είμαστε, δε μπορούμε παρά όλοι να συμφωνήσουμε ότι υπάρχει μια αδικαιολόγητη και άδικη ανομοιομορφία. Και κακά τα ψέματα, αν δεν αλλάξει κάτι ώστε να ευθυγραμμιστούν όλα τα τμήματα τόσο στη διάρκεια όσο και στο επίπεδο των σπουδών, τότε δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν τα προβλήματα που δημιουργούν την τροχοπέδη της ανάπτυξης του κλάδου. Η λύση είναι μία. Όλα τα τμήματα πρέπει να είναι 4ετή, και τα ΤΕΙ να γίνουν επιτέλους πραγματικά ανώτατα ιδρύματα. Μόνο μετά από κάτι τέτοιο θα μπορούμε να μιλάμε για ομοιόμορφη κατανομή νεοεισαχθέντων φοιτητών που θα οδηγήσει με τη σειρά της σε ομοιόμορφη κατανομή πτυχιούχων Πληροφορικής σε όλη την Ελλάδα. Μέχρι να γίνει αυτό θα μας τρώει η ρετσινιά του πτυχιούχου, του μηχανικού και του τεϊτζή.
Ένα τρίτο πρόβλημα που συνδέεται απόλυτα με τα δύο προηγούμενα είναι οι τομείς ειδίκευσης και τα πολλαπλά γνωστικά αντικείμενα που πολλά τμήματα προσφέρουν. Αυτή τη στιγμή μπορεί κανείς να πάρει πτυχίο “Πληροφορικής ΚΑΙ Τηλεπικοινωνιών” σε 4 χρόνια από ιδρύματα όπως το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το ΤΕΙ Σερρών και το ΤΕΙ Λάρισας, ενώ στα περισσότερα ιδρύματα ανά την Ελλάδα θα πάρεις στα ίδια χρόνια πτυχίο μόνο Πληροφορικής. Την ίδια στιγμή το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου προσφέρει δύο ξεχωριστά 4ετή πτυχία, ένα σε Πληροφορική και ένα σε Τηλεπικοινωνίες, από τα δύο αντίστοιχα τμήματά του. Μήπως κάτι δεν πάει καλά; Κι αυτό δεν είναι τίποτα! Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου προσφέρει και αυτό πτυχίο “Πληροφορικής ΚΑΙ Τηλεπικοινωνίων” (μόνο που το ονομάζει διαφορετικά) σε 5 όμως έτη φοίτησης. Και συνεχίζοντας τη μακρυά λίστα, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με τη σειρά του προσφέρει σε 5 έτη και πάλι, πτυχίο “Μηχανικών Υπολογιστών ΚΑΙ Τηλεπικοινωνιών”. Και φυσικά το αποκορύφωμα, το ΕΜΠ προσφέρει το υπερπτυχίο των υπερπτυχίων του “Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ΚΑΙ Μηχανικού Υπολογιστών” που καλύπτει θεωρητικά τους τομείς Ενέργειας, Ηλεκτρονικής, Μηχανικής Υπολογιστών, Πληροφορικής, και Τηλεπικοινωνιών!!! Ειλικρινά δηλαδή κανένας μέχρι σήμερα, από αυτούς που υπέγραψαν τα διατάγματα για τη λειτουργία αυτών των τμημάτων, δεν αναρρωτήθηκε από που πηγάζει και πως δικαιολογείται τέτοια ανομοιομορφία και προπάντως αδικία; Πως είναι δυνατόν στα ίδια χρόνια σπουδών κάποιος να αποκτά πτυχίο με δύο ή περισσότερα ΚΥΡΙΑ γνωστικά αντικείμενα; Και δε μιλάμε για πτυχία με ειδίκευση σε έναν τομέα της Πληροφορικής, όπως για παράδειγμα “Πληροφορικής με εφαρμογές στη Βιοϊατρική”, ή “Πληροφορικής και Πολυμέσων”. Εδώ μιλάμε για πτυχία που δίνουν θεωρητικά τις απαιτούμενες γνώσεις και την επαγγελματική κατοχύρωση σε πολλαπλά, ανεξάρτητα και τεράστια γνωστικά αντικείμενα όπως η Ηλεκτρολογία, η Ηλεκτρονική, η Μηχανική Υπολογιστών, η Πληροφορική, και οι Τηλεπικοινωνίες. Όχι, μη ξεγελιέστε από τη δικαιολογία που χρησιμοποιούν ότι δίνουν παράλληλα και βεβαίωση παρακολούθησης συγκεκριμένου κύκλου ή τομέα σπουδών! Διότι πολύ απλά, όταν έρθει η ώρα να διοριστούν στο Δημόσιο σε μια θέση καθηγητή Πληροφορικής (ή οποιασδήποτε άλλης που εμπίπτει μερικώς στα γνωστικά αντικείμενα που επιφανειακά καλύπτει ο τίτλος τους), τότε κανένας δε θα κοιτάξει τη βεβαίωση αυτή, παρά μόνο τον τίτλο σπουδών τους συνολικά. Και αυτό συμβαίνει ήδη με τους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς που καταλαμβάνουν θέσεις καθηγητών Πληροφορικής ανεξαρτήτως του τομέα που ακολούθησαν. Αυτό συνέβηκε πρόσφατα και με τον ΟΤΕ όταν προκύρηξε θέσεις Τηλεπικοινωνιών. Αυτό θα συμβαίνει όλο και πιο συχνά στο μέλλον όσο θα αυξάνονται οι θέσεις που σχετίζονται μερικώς με την Πληροφορική και τις Επικοινωνίες. Είναι αδιανόητο και παράνομο να ευνούνται τεχνητά, αυτοί που έτυχε να αποφοιτήσουν από τμήματα που είχαν μεγάλη φαντασία στην επιλογή των ονομάτων τους.
Η λύση είναι απλή και εφαρμόζεται τόσο στα αμερικανικά πανεπιστήμια όσο και στη γειτονική μας Κύπρο. Τα τμήματα, ανεξάρτητα από το πλήθος των γνωστικών αντικειμένων που καλύπτουν, δίνουν πτυχία στους συγκεκριμένους μόνο τομείς που θα επιλέξουν οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Με τον τρόπο αυτό κάθε πτυχιούχος έχει ένα συγκεκριμένο και μοναδικό γνωστικό αντικείμενο. Το πτυχίο επομένως που θα αποκτήσει θα είναι ισότιμο σε γνώσεις και σε διάρκεια με των υπολοίπων. Με τον τρόπο αυτό παύουν να υπάρχουν πλασματικοί υπερπτυχιούχοι με ελλειπείς γνώσεις σε πολλαπλά αντικείμενα που δρουν σε βάρος των υπολοίπων και της κοινωνίας γενικότερα. Τέλος, αυτή η λύση θα οδηγούσε εκ των πραγμάτων στη μείωση του υπερβολικού όγκου μαθημάτων και στην οριστική εξάλλειψη της δικαιολογίας για ύπαρξη τμημάτων με 5ετή φοίτηση. Αν οι Ηλεκτρολόγοι για παράδειγμα (αυτό ισχύει και για άλλα τμήματα) έδιναν πτυχίο σε συγκεκριμένο μόνο τομέα της επιλογής του φοιτητή, τότε αφενός δε θα απαιτούνταν όλος αυτός ο φόρτος των επιπλεόν μαθημάτων στο πρόγραμμα σπουδών (που περισσότερο επιβαρύνει παρά μορφώνει), και αφετέρου θα ευθυγράμμιζε όλα τα τμήματα σε ισότιμα 4ετή προγράμματα. Γίνεται σαφές λοιπόν πώς κάτι τέτοιο είναι άρρηκτα δεμένο με τα προηγούμενα θέματα – γι' αυτό μιλάμε για προτάσεις πακέτο.
Αλλά ο διαχωρισμός της Πληροφορικής σε τρεις κατηγορίες σε επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης, δημιουργεί και επιπλέον προβλήματα στις μεταπτυχιακές σπουδές. Παλαιότερα όλα τα Μ.Δ.Ε. στα πανεπιστήμια ήταν 2ετή και το διδακτορικό ήθελε 3 επιπλέον χρόνια. Ένας δηλαδή σε 4+2+3=9 χρόνια έπαιρνε (θεωρητικά) το διδακτορικό του. Στα πολυτεχνεία για να αντισταθμίσουν το ένα επιπλεόν έτος των προπτυχιακών σπουδών, δεν προσέφεραν Μ.Δ.Ε. αλλά είχαν απευθείας διδακτορικά προγράμματα που ήταν συνήθως 4ετή. Η συνολική διάρκεια λοιπόν ήταν και πάλι 5+4=9 χρόνια. Με τον τρόπο αυτό προωθούσαν εμμέσως και την αντίληψη ότι το 5ετές πτυχίο του μηχανικού είναι εφάμιλο ενός Μ.Δ.Ε – άλλο πρόβλημα και αυτό! Κάποια στιγμή όμως άρχισαν να δημιουργούνται και 1ετή μεταπτυχιακά προγράμματα (σε αντιστοιχία με το αγγλοσαξονικό πρότυπο), ενώ οι μεταναστεύσεις πτυχιούχων από ΑΕΙ σε Πολυτεχνεία και το αντίστροφο άρχισαν να γίνονται ρουτίνα. Την ίδια χρονική περίοδο ανωτατοποιήθηκαν και τα ΤΕΙ με αποτέλεσμα οι απόφοιτοί τους να έχουν και αυτοί δικαίωμα στα ίδια μεταπτυχιακά προγράμματα με τους αποφοίτους ΑΕΙ. Παράλληλα, και ενώ διαθέτουν Μ.Δ.Ε., τα περισσότερα πολυτεχνικά τμήματα εξακολουθούν να δέχονται πτυχιούχους ΑΕΙ, ΤΕΙ και Μηχανικούς, απευθείας για διδακτορικό. Αν βάλουμε και όλους αυτούς που ολοκληρώνουν κάποια από τις βαθμίδες της ανώτατης εκπαίδευσης στο εξωτερικό (π.χ Αγγλία που έχει άλλο σύστημα), τότε καταλαβαίνετε πολύ καλά για πόσους δυνατούς συνδυασμούς μιλάμε! Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε περιπτώσεις που είναι συχνό φαινόμενο τα τελευταία χρόνια. Ένας απόφοιτος Πολυτεχνείου κάνει 2ετές Μ.Δ.Ε. σε Πανεπιστήμιο και τελειώνει σε 7 χρόνια συνολικά, τη στιγμή που ο ισότιμος μηχανικός από την Αγγλία θα πάρει στα ίδια χρόνια το διδακτορικό (3+1+3). Και χωρίς να πάμε στο εξωτερικό όμως, υπάρχουν πτυχιούχοι ΑΕΙ που κάνουν απευθείας διδακτορικό σε Πολυτεχνείο και τελειώνουν σε 4+4=8 χρόνια. Το ίδιο μπορούν τώρα να κάνουν και οι απόφοιτοι των ΤΕΙ! Και όταν μάλιστα πάρουν το διδακτορικό τους, θα είναι ισότιμοι με έναν μηχανικό που πήρε το Μ.Δ.Ε. και το Διδακτορικό του σε ένα Πανεπιστήμιο και χρειάστηκε συνολικά 10 χρόνια για να τελειώσει!! Δε λέμε, καλή η πολυμορφία και τα ευέλικτα σχήματα, αλλά εδώ πια μιλάμε για ένα χάος που δημιουργεί σορεία αδικιών. Και μπορεί όλα αυτά να φαίνονται προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης γενικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν παρατηρούνται πουθενά αλλού στο βαθμό που κυριαρχούν στην επιστήμη της Πληροφορικής. Και ο λόγος είναι απλός, διότι επιμένουμε να έχουμε τρεις διαφορετικές κατηγορίες πτυχιούχων. Είναι ανάγκη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, τα μεταπτυχιακά προγράμματα να στοιχισθούν μεταξύ τους. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι η “μετανάστευση” από ίδρυμα σε ίδρυμα και από τμήμα σε τμήμα δε θα δημιουργεί – τουλάχιστον τυπικά – ασυμφωνίες στη διάρκεια των σπουδών και παραθυράκια που κάποιοι θα εκμεταλλεύονται.
Κλείνοντας, είναι αλήθεια ότι η κατάσταση έχει φθάσει στο απροχώρητο, δεν πάει άλλο! Πρέπει επιτέλους να μπει μία τάξη, τώρα προτού να είναι πολύ αργά. Τέσσερις είναι λοιπόν οι κύριες προτάσεις:
  1. Ευθυγράμμιση της διάρκειας και της ποιότητας όλων των προπτυχιακών προγραμμάτων (ΑΕΙ, ΤΕΙ, Πολυτεχνείων)
  2. Ευθυγράμμιση της διάρκειας και των απαιτούμενων βαθμίδων στις μεταπτυχιακές σπουδές
  3. Απονομή πτυχίων σε συγκεκριμένα μόνο γνωστικά αντικείμενα – κατάργηση των πολλαπλών τίτλων
  4. Ονομασία τίτλων που θα αντιστοιχεί στο επίπεδο των σπουδών – διαφοροποίηση στην ονομασία μεταξύ κατώτερων και ανώτατων βαθμίδων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου